Η Ελλάδα συνδέεται συχνά με την παραγωγή φαρμάκων. Λιγότερο συχνά, όμως, συζητάμε για έναν διαφορετικό δείκτη: τις κλινικές μελέτες.
Πάραυτα τα τελευταία χρόνια, είναι αξιοσημείωτο ότι πολυεθνικές φαρμακευτικές εταιρείες ενισχύουν την παρουσία τους στην Ελλάδα όχι μόνο εμπορικά αλλά και μέσω έρευνας και ανάπτυξης (R&D). Η AstraZeneca για παράδειγμα αναφέρει ότι μεταξύ των ετών 2020–2025 συμμετείχε σε 89 κλινικές μελέτες στην Ελλάδα, ενώ υλοποιήθηκαν και προγράμματα πρώιμης πρόσβασης για ασθενείς.
Παράλληλα, η Pfizer έχει αναπτύξει στη Θεσσαλονίκη δομές που περιλαμβάνουν R&D για κλινικές μελέτες, ψηφιακή καινοτομία και φαρμακοεπαγρύπνηση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα εκτός των πολυεθνικών αποτελούν όμως όμως και ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες όπως ενδεικτικά η DEMO, η οποία ανέπτυξε νέο Κέντρο Έρευνας & Ανάπτυξης στη Θεσσαλονίκη, επενδύοντας σε βιοτεχνολογία, ανάπτυξη δραστικών ουσιών και φαρμακευτική έρευνα — μια ένδειξη ότι η καινοτομία στον χώρο της υγείας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο και εντός ελληνικών συνόρων.
Πλέον λοιπόν το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα φάρμακα παράγονται στην Ελλάδα αλλά τον αν τελικά μπορεί η Ελλάδα να εξελιχθεί σε περιβάλλον όπου οι ασθενείς αποκτούν νωρίτερα πρόσβαση στις θεραπείες του μέλλοντος μέσω της έρευνας;
Οι κλινικές μελέτες εκτός των νέων φάρμακων. Αφορούν:εξατομικευμένη ιατρική, ογκολογία ακριβείας, AI στην ανακάλυψη φαρμάκων, νέες θεραπείες για νευροεκφυλιστικές νόσους, longevity και biomarkers γήρανσης.
Σε μια εποχή όπου η ιατρική μετατοπίζεται από τη θεραπεία στην πρόβλεψη, οι χώρες που φιλοξενούν έρευνα ίσως διαμορφώνουν και το μέλλον της υγείας.
Αν τελικά λοιπόν ισχύει η άποψη ότι η πραγματική καινοτομία ξεκινά μέσα σε ένα πρωτόκολλο κλινικής μελέτης το θετικό είναι ότι και στην Ελλάδα διαμορφώνονται σταδιακά οι συνθήκες που θα στηρίξουν την φαρμακευτική έρευνα.
Editorial | EMPHYSIS






Σχολιάστε